Αντώνης Λιβιεράτος

HOME

[Νέα] [Βιογραφία] [Δισκογραφία..] [Εκτός Δισκογραφίας] [Φωτογραφίες] [Γκρουπ] 

[Συναυλίες] [Downloads] [Οι πίσω σελίδες][Κείμενα & Συνεντευξεις] [Επικοινωνία] [Σύνδεσμοι]

 

Εικονικά στούντιο, δείγματα, και bleeps: Εικόνες απο την καθημερινή ζωή ενός μουσικού του εικοστού πρώτου αιώνα.

 Εισήγηση του Αντώνη Λιβιεράτου στην ημερίδα "Ψηφιακός Πολιτισμός και Δημιουργία: Έλληνες Δημιουργοί" ( Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, 3 Μαρτίου 2003)

 -Περίληψη

  

   Μια εισήγηση που δεν φιλοδοξεί, φυσικά, να καλύψει το κεφάλαιο «μουσική και ψηφιακός πολιτισμός», απο ιστορική, αισθητική, ή έστω τεχνική άποψη. Καταπιάνεται, σχεδόν αυθαίρετα,  με τα παρακάτω τρια υποκεφάλαια τα οποία ο εισηγητής αισθάνεται πως έχουν επηρεάσει βαθύτερα απο οποιοδήποτε άλλο την δημιουργική του καθημερινότητα:

 -Την ενσωμάτωση δειγμάτων ήδη ηχογραφημένης μουσικής σε μια νέα μουσική σύνθεση (sampling) και το πως αυτή έχει τροποποιήσει την ίδια την έννοια της μουσικής σύνθεσης.

 -Την διαρκή εξέλιξη του «εικονικού στούντιο», της εξομοίωσης, δηλαδή, με την βοήθεια του υπολογιστή του περιβάλλοντος εργασίας ενός  πραγματικού στούντιο ηχογράφησης και  τις επιπτώσεις της στην διαδικασία μετάβασης απο την μουσική ιδέα στο ολοκληρωμένο ηχογράφημα.

 -Την παραγωγή λογισμικού που επιτρέπει την χρήση του υπολογιστή ως μουσικού οργάνου με απεριόριστες δυνατότητες παραγωγής νέων ήχων με μεθόδους που δεν προσεγγίζουν τις φυσικές. Αυτός ο τρόπος χρήσης του υπολογιστή στην μουσική, αν και είναι ο παλιότερος, παραμένει αναλλοίωτα ενδιαφέρων.

 -To πλήρες κείμενο
 
Κυρίες και κύριοι καλησπέρα
Λέγομαι Αντώνης Λιβιεράτος και είμαι μουσικός
 Έχω συνηθίσει να βρίσκομαι μπροστά σε ακροατήριο, μόνο όταν πρόκειται να παίξω μουσική. Όταν συνειδητοποίησα, λοιπόν, πως θα έπρεπε σήμερα να σταθώ ενώπιόν σας ως ομιλητής, ομολογώ πως αρχικά τρόμαξα. Τελικά  ηρέμησα όταν αναλογίστηκα πόσο θα πρέπει να έχετε τρομάξει εσείς εξ αιτίας του ίδιου γεγονότος.
  Έχοντας ο ίδιος παίξει για περισσότερα απο είκοσι χρόνια τον ρόλο του θύματος της εκπαιδευτικής διαδικασίας -την οποία και έχω γευτεί σε όλες της τις βαθμίδες-, φαίνεται πως έχω αποκτήσει κάποιο απωθημένο δασκάλου. Έτσι η αρχική μου ιδέα ήταν να σας παρουσιάσω σήμερα μιαν εισήγηση που θα έπαιζε τον ρόλο της εισαγωγής στη σχέση μουσικής και ψηφιακής τεχνολογίας. Θα επιχειρούσα στη διάρκειά της ν’ αναφερθώ εν συντομία σε όλες ει δυνατόν τις ιστορικές, αισθητικές και τεχνικές παραμέτρους του θέματος. Πίστευα πως με λίγη προσπάθεια και αρκετή δουλειά θα κατάφερνα να έχω έτοιμο το κείμενο της μεγαλειωδώς  βαρετής οχτάωρης διάλεξής μου εγκαίρως. Τότε, εντελώς ξαφνικά και για καλή τύχη –ελπίζω- όλων μας αποφάσισα να αυθαιρετήσω.
   Θα αδιαφορήσω, λοιπόν, για το δάσος και θα ασχοληθώ με μερικά μεμονωμένα δέντρα. Θα σας μιλήσω, αντί το μεγάλο κεφάλαιο για το οποίο υποτίθεται ότι θα σας μλούσα, για τρία διαφορετικά  υποκεφάλαιά του τα οποία, όμως, αισθάνομαι πως εχουν επηρεάσει την δημιουργική μου καθημερινότητα, βαθύτερα και διαρκέστερα απο οποιοδήποτε άλλο:
 

Θέμα πρώτο: Το “sampling”

  Η λέξη “sampling” , (δειγματοληψία θα μεταφράζαμε τον διεθνή αυτόν όρο στα ελληνικά) είναι η τεχνική κατά την οποία ένα τμήμα μιας προϋπάρχουσας ηχογράφησης (“sample” ή  δείγμα) ενσωματώνεται σε μια νέα μουσική σύνθεση.
   Τα όργανα που έδωσαν πριν απο είκοσι περίπου χρόνια το έναυσμα για την ανάπτυξή της ονομάζονται, προφανώς, samplers και ο αρχικός τους προορισμός ήταν η μίμηση του ήχου άλλων, φυσικών κατά κανόνα, οργάνων:
  Φανταστείτε, σχηματικά, ότι ηχογραφούμε τον ήχο που παράγεται όταν χτυπήσουμε ένα πλήκτρο ενός ακουστικού πιάνου, το μεσαίο Ντο φερ’ ειπείν στο sampler μας και αναθέτουμε την αναπαραγωγή αυτού του ήχου στο μεσαίο Ντο του  κλαβιέ (πληκτρολογίου) μέσω του οποίου χειριζόμαστε το sampler μας. Αν, θεωρητικά, επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία για κάθε πλήκτρο του πιάνου, τελικά θα μπορούμε παίζοντας το sampler μέσω του κλαβιέ του να έχουμε το ίδιο ηχητικό αποτέλεσμα που θα είχαμε αν παίζαμε το ίδιο το πιάνο.
  Στην πράξη, βέβαια, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Θα αποφύγω να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες και θα σας ζητήσω να αρκεστείτε στην διαβεβαίωση πως τα πρώτα εκείνα samplers ήταν παροιμιωδώς κακά στον ρόλο για τον οποίο προορίζονταν. Και τότε... άρχισαν οι υπερβάσεις των οδηγιών χρήσης των κατασκευαστών...
  Τι γίνεται λοιπόν αν φορτώσουμε το όργανό μας με άλλους ήχους και σε συνέχεια τους αναθέσουμε στο κλαβιέ μας κατά το δοκούν; Αν, δηλαδή, στο Ντο αναθέσουμε ένα ρυθμικό σχήμα που παίζουμε οι ίδιοι στα τύμπανα, στο διπλανό Ρε ένα Ρε παιγμένο απο ένα αληθινό βιολί στο οποίο έχουμε προσθέσει αντήχηση, στο Μι μια φράση πιάνου απο τον δίσκο που ακούγαμε λίγο νωρίτερα, παιγμένη στην μισή ταχύτητα απ’ την κανονική και στο Φα τον ήχο του κινητήρα ενός αυτοκινήτου; Θα έχουμε συναρμολογήσει όπως καταλαβαίνετε ένα νέο, πρωτότυπο πληκτροφόρο μουσικό όργανο, μόνο που σε μερικά απο τα πλήκτρα του αντί για μεμονωμένους μουσικούς φθόγγους θα αντιστοιχούν άλλοι, ενίοτε μη μουσικοί, ήχοι. Και σας διαβεβαιώ πως αυτό το όργανο μπορεί, πράγματι, να παιχτεί απο έναν μουσικό. 
  Κάπου εδώ τρυπώνει, βεβαιώς, στη συζήτηση και μια διαφορετική προβληματική: Τι είναι αυτό που παίξαμε στα τύμπανα; Ποιός είναι ο βιολιστής; Σε ποιόν ανήκουν τα δικαιώματα της ηχογράφησης του πιάνου; Τι... μάρκα ήταν το αυτοκίνητο, και τι χρώμα είχε; Είναι πρωτότυπο ένα μουσικό έργο που περιλαμβάνει μια φράση απο ένα έργο του Στραβίνσκι και τον ήχο του κινητήρα ενός πράσινου Φορντ Έσκορτ του ’89;
  Δεν έχω καμμιά διάθεση να παρουσιάσω το θέμα των δικαιωμάτων (πνευματικών και άλλων) ως γελοίο. Αντίθετα το θεωρώ πολύ σοβαρό. Είναι όμως ένα αμιγώς νομικό θέμα που δεν έχει καμμιά απολύτως σχέση με την αντιδραστική ηθικολογία για την οποία συχνά αποτελεί αφορμή. Η συνηθέστερη επωδός είναι αυτή που κατηγορεί τους χρήστες δειγμάτων για έλλειψη πρωτοτυπίας. Πρόκειται για μια συζήτηση χωρίς περιεχόμενο: Θεωρώ την πρωτοτυπία ενός μουσικού έργου που χρησιμοποιεί δείγματα εξ ίσου αυτονόητη με την πρωτοτυπία ενός, για παράδειγμα, εικαστικού έργου που ενσωματώνει την όχι και τόσο νέα τεχνική του κολλάζ ή την, όντως, αρχαία τεχνική του ψηφιδωτού.
  Η ίδια η φύση του sampler ως οργάνου, η διαδικασία του προγραμματισμού του και –πάνω απ’ όλα- η νέα αντίληψη του μουσικού έργου ως σύνθεσης όχι μονο μεμονωμένων φθόγγων αλλά και μεγαλύτερων δομικών μονάδων αλλάζουν τόσο τη φύση και το προϊόν της εργασίας του μουσικού, όσο και τον ίδιο τον μουσικό. Δεν  ξέρω αν το sampling είναι το ίδιο το μέλλον της μουσικής, σίγουρα όμως η μουσική μετά το sampling δεν θα είναι πια η ίδια.

 

Θέμα δεύτερο: Το εικονικό στούντιο

 Η δημιουργική μου ενασχόληση με τη μουσική ξεκίνησε λίγο μετά το 1980. Ένα απ’ τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του πνεύματός της μουσικής της εποχής ήταν η τάση Κάντο Μόνος Σου πιο γνωστή με τον αντίστοιχο αγγλικό όρο “Do It Yourself”, ή “D.I.Y.”. Πολύ σύντομα άρχισα κι εγώ να προσπαθώ να οργανώσω τον προσωπικό μου χώρο εργασίας, αυτό που λέμε προσωπικό στούντιο. Το στούντιο αυτό περιλάμβανε εκτός απ’ τα μουσικά μου όργανα κάποιον (στοιχειώδη αρχικά και αργότερα ευπρεπέστερο) εξοπλισμό ηχογράφησης και απ’ το 1985 κι ύστερα και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή που κατά διαστήματα αναβαθμιζόταν και αναβαθμίζεται για να προσαρμοστεί στην τεχνολογική εξέλιξη της εποχής. Την τελευταία πενταετία το περί ου ο λόγος στούντιο έχει τουλάχιστον δεκαπλασιάσει τον εξοπλισμό και τις δυνατότητες του χωρίς όμως ο χώρος μου να συμφορηθεί με νέα μηχανήματα. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι απο σας θα έχουν ήδη καταλάβει που θέλω να καταλήξω: Το προσωπικό μου στούντιο, αναπτύσσεται πλέον κυρίως προς το εσωτερικό του υπολογιστή μου.   

   Χρησιμοποιώ ένα ευρείας μεταξύ των μουσικών κυκλοφορίας, σύνθετο πρόγραμμα που συνδυάζει τη δυνατότητα καταγραφής ακολουθιών (sequenceing) με την πολυκάναλη ηχογράφηση και την ψηφιακή επεξεργασία του σήματος. Τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν επίσης προστεθεί και εικονικά όργανα, προγράμματα δηλαδή εξομοίωσης πραγματικών πληκτροφόρων ή μη, ηλεκτρονικών ή φυσικών οργάνων. Το περιβάλλον εργασίας θυμίζει τον εξοπλισμό ενός συμβατικού , κλασικού, αναλογικού στούντιο ηχογράφησης. Έτσι ο κάθε μουσικός (ακόμα κι αυτός που γεμίζει σπυράκια στο άκουσμα των λέξεων synthesizer ή sampler) έχει την δυνατότητα να ξεκινήσει ή ακόμα και να ολοκληρώσει την ηχογράφηση της δουλειάς του στο σπίτι του με μόναδικό εξοπλισμό έναν υπολογιστή και μια κάρτα ήχου.

   Νομίζω πως η πιο βαθιά αλλαγή που έφερε το εικονικό στούντιο στην δική μου ζωή, ήταν η οριστική κατάργηση των παραδοσιακά διακριτών σταδίων στην πορεία απο τη μουσική ιδέα προς το ολοκληρωμένο ηχογράφημα: Κάποτε ξεκινούσαμε με τη σύνθεση για να περάσουμε σε συνέχεια στην ενορχήστρωση, την εκτέλεση, την πολυκάναλη ηχογράφηση και την μίξη. Στο ψηφιακό μέσο είναι απολύτως φυσιολογικό να περνάς ελεύθερα απο το ένα στάδιο στο άλλο. Μπορείς ενώ έχεις ξεκινήσει τη διαδικασία της μίξης ενός κομματιού, να γυρίσεις στο κατά πολύ προγενέστερο στάδιο της σύνθεσης για να να αντικαταστήσεις ένα μέρος του το οποίο δεν σε ικανοποιεί με ένα νέο. Πρακτικά, λοιπόν, ένα κομμάτι που δουλεύεται μ’ αυτόν τον τρόπο δεν έχει τελειώσει παρά μόνο όταν ο δημιουργός του αποφασίσει ότι τελείωσε. Ο δημιουργός έχει τον πλήρη έλεγχο του έργου του. Και αν και οι τεχνικοί συμβιβασμοί μπορεί να είναι ενίοτε αρκετοί, οι αισθητικοί μπορεί να εξαλειφθούν πλήρως. Η τελειοθηρία, βέβαια, καραδοκεί κι έτσι η διαδικασία αυτή εμπεριέχει τον κίνδυνο της εισόδου σ’ έναν φαύλο κύκλο αλλεπάλληλων διορθώσεων κι αναθεωρήσεων, σε ένα έργο αέναως εν προόδωπου δεν παίρνει ποτέ μια τελική μορφή, εναπόκειται, όμως στον δημιουργό να παρακάμψει τον σκόπελο. 
   Προσπαθώντας, τώρα, να δούμε την προοπτική του εικονικού στούντιο στο μέλλον, δυστυχώς, δεν μπορούμε να είμαστε ιδιέταιρα ενθουσιώδεις. Η αλήθεια είναι πως τα πράγματα σε σχέση μ’ αυτή την κατηγορία λογισμικού είναι σχετικά ξεκάθαρα: Μιλάμε στην ουσία για πέντε ή έξι το πολύ διαφορετικά προγράμματα, όλα προϊόντα μεγάλων εταιρειών, οι οποίες αλλάζουν ενίοτε χέρια για να περάσουν στα χέρια ακόμα μεγαλύτερων εταιρειών και πάει λέγοντας. Το ολιγοπώλειο, ουσιαστικά, αυτό θα συνεχίσει να υφίσταται επ’ αόριστο, μια και η ανάγκη επικοινωνίας και εύκολης ανταλλαγής υλικού με άλλους μουσικούς ή με στούντιο ηχογραφήσεων μας κρατούν όλους δέσμιους των λίγων μεν, μαζικά δε διαδεδομένων  αυτών προγραμμάτων. Τα οποία προγράμματα φιλοδωρούν κάθε τόσο τους χρήστες τους με ανανεωμένες εκδόσεις οι οποίες παρουσιάζονται με τυμπανοκρουσίες ως φορείς επαναστατικών αλλαγών, για ν’ αποδειχτεί, ενίοτε, ότι προσφέρουν ελάχιστα σε σχέση με το κόστος τους τόσο σε χρήμα όσο και σε χρόνο εκμάθησης των νέων τους χαρακτηριστικών. 
   Θα χαρώ αφάνταστα αν το μέλλον με διαψεύσει δυστυχώς, όμως, φαίνεται πως θα πρέπει να αρκεστούμε στα εργαλεία που ήδη διαθέτουμε ή σε παρπλήσιες με αυτά παραλλαγές τους. Δεν βλέπω να δίνεται χώρος στον ευφάνταστο προγραμματιστή για ανατροπές που θα κάνουν την καρδιά του μουσικού ν’ αναπηδήσει απο χαρά. Τα πράγματα, όμως, ευτυχώς, είναι εντελώς διαφορετικά στο   τρίτο και τελευταίο θέμα το οποίο θα θίξω απόψε:

 

Θέμα τρίτο: Ο υπολογιστής ως μουσικό όργανο

  Η ιδέα δεν είναι καθόλου καινούργια.  Οι προσπάθειες των μουσικών να παράγουν νέους ήχους ή και ολοκληρωμένη μουσική αξιοποιώντας την ικανότητα των υπολογιστών να διεκπεραιώνουν με μεγάλη ταχύτητα σύνθετες μαθηματικές πράξεις ξεκίνησαν πριν απο μισό σχεδόν αιώνα. Απο τότε δηλαδή που κάποιοι μουσικοί απέκτησαν πρόσβαση στο αποκλειστικά –τότε- εργαστηριακής εκτροφής νέο αυτό είδος ηλεκτρονικών τεράτων. 
   Τα αποτελέσματα ήταν εξ αρχής ενδιαφέροντα. Η χρήση, όμως, του νέου μέσου παρέμεινε για αρκετά χρόνια προνόμιο μιας περιορισμένης ελίτ προερχόμενης, κυρίως,  απ’ τον χώρο της λόγιας πρωτοπορίας. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην όταν, λίγο μετά το 1980, άρχισε η μαζική παραγωγή προσωπικών υπολογιστών.
   Σήμερα υπάρχουν διαθέσιμα ένα σωρό προγράμματα που επιτρέπουν τη χρήση του υπολογιστή ως μουσικού οργάνου. Μερικά απ’ αυτά είναι ολοκληρωμένες γλώσσες προγραμματισμού (γραφικές ή μή). Άλλα είναι σχετικά απλούστερα και προσφέρουν περιβάλλον εργασίας και δυνατότητες ανάλογες μ’ αυτές ενός σύνθετου σύγχρονου ψηφιακού συνθετητή. Τα περισσότερα είναι δυνατό με τη βοήθεια ενός κατάλληλου κλαβιέ να παιχτούν (αν ο μουσικός το επιθυμεί) και σαν συμβατικά πληκτροφόρα όργανα. Εναλλακτικά μπορεί, κανείς να χρησιμοποιήσει το ποντίκι και το πληκτρολόγιο του υπολογιστή του ή να προμηθευτεί απ’ το εμπόριο κάποιον ειδικό ελεγκτή (controller) μια επιφάνεια δηλαδή με διακόπτες και συρόμενα ή περιστροφικά ποτενσιόμετρα προγραμματιζόμενης λειτουργίας. Aυτός ο τρόπος ελέγχου ίσως ακούγεται πολύ κλινικός ή ίσως δίνει την εντύπωση πως θα είναι αργός και μη άμεσος, θα σπεύσω όμως να σας διαβεβαιώσω πως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ίσα- ίσα οι αντισυμβατικοί αυτοί τρόποι ελέγχου είναι ακριβώς αυτοί που φαίνεται να ταιριάζουν καλύτερα στο μέσο και να προτιμώνται απο τους περισσότερους μουσικούς- χρήστες του ακόμα και επι σκηνής, προσφέροντάς σε συνδυασμό με τους εξαιρετικά διαδεδομένους πλέον φορητούς υπολογιστές, ανάμεσα στ’ άλλα και άφθονες δυνατότητες αυτοσχεδιασμού. 
   Δεν θα αναφερθώ σε ονόματα συγκεκριμένων προγραμμάτων ή γλωσσών μια και πιστεύω πως αυτό θα ήταν μάλλον ασύμβατο με τον προσανατολισμό της σημερινής ημερίδας. Άλλωστε όσοι απο σας τυχαίνει να έχουν ήδη ενδιαφερθεί θα έχουν διαπιστώσει πως ο κατάλογος των προσφερομένων επιλογών είναι αρκετά μακρύς και, μέρα με την μέρα, συνεχίζει να μακραίνει. 
   Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως, σε αντίθεση με αυτά που ισχύουν για τα εικονικά στούντιο, για τα οποία μιλούσαμε προηγουμένως, εδώ προσφέρεται και μια τεράστια ποικιλία απο άποψη τιμών αγοράς: Υπάρχουν φυσικά τα εμπορικά (και μερικές φορές ακριβά) προγράμματα. Άλλα όμως διανέμονται μέσω Διαδικτύου και χρεώνονται ελάχιστα (shareware) ή και καθόλου (freeware). Θα πρέπει να τονίσουμε, επίσης, πως το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το καθένα απ’ αυτά και οι δυνατότητές του δεν είναι κατ’ ανάγκη ανάλογες του κόστους του.  
  Ομολογώ πως η επιλογή μου ν’ αφήσω τελευταίο γι’ απόψε το θέμα ο υπολογιστής ως μουσικό όργανο δεν ήταν τυχαία: Ήταν ένα μικρό τέχνασμα που μου επιτρέπει να σας αποχαιρετήσω αφήνοντας μια διάχυτη αισιοδοξία να πλανιέται, τελικά, στην ατμόσφαιρα. Είμαι βέβαιος, λοιπόν,  πως θα συνεχίσουν να υπάρχουν άξιοι προγραμματιστές που θα σχεδιάζουν νέα εργαλεία κι άξιοι μουσικοί που θα τα χρησιμοποιούν. Κι ότι η μουσική θα παραμείνει για πάντα νέα και, φυσικά, ένας απ’ τους πιο σοβαρούς λόγους για να ζεί κανείς.

 

Ευχαριστώ

Αθήνα, Φλεβάρης 2003

 
Πίσω στα "Κείμενα & Συνεντεύξεις"
 

 

livieratos.gr, v4.0/ copyright: Αντώνης Λιβιεράτος 2006/  Σκίτσα & Εικόνες: Ελένη Πιπίνη

English version